Να παράσταση κανείς η να performance? That’s the question

Αθήνα, 10 Ιουλίου 2016

(Με αφορμή τέσσερις παπουτσωμένους πετεινούς)

 

Μεγάλη η εφευρετικότητα του ανθρώπου, απρόβλεπτη η έμπνευση των καλλιτεχνών. Τεράστιος ο πλούτος της γλώσσας.

Αυτό που πριν μερικά χρόνια λεγόταν παράσταση, τώρα μπορεί να λέγεται work in progress, devised, αναλόγιο, project, η... performance.

Και αν τα τρία πρώτα, ακόμα και στο άκουσμα, περικλείουν μια σαφήνεια για το ποιόν τους, το τελευταίο πεισματικά θέλει να κινείται μέσα στη ασάφεια καλύπτοντας πίσω από τη γοητευτική εκφορά της λέξης performance, ότι φύεται στο απέραντο θεατρικό σύμπαν, σκουπίδι η θησαυρό, και που δεν μπορεί να αναπαυτεί πίσω από τον απλό και διαχρονικό ορισμό «παράσταση». Έτσι εκεί μπορεί να καραδοκούν επιτυχημένες απόπειρες, ενδιαφέρουσες θεατρικές αναγνώσεις, ρηξικέλευθες προτάσεις, πολλά υποσχόμενες για το μέλλον του θεάτρου δημιουργίες, μπορεί όμως να κρύβονται και πολλές ανέμπνευστες, εγκεφαλικές, επιδειξιομανείς, κενές και ανούσιες προτάσεις ανθρώπων τίμιων, πλην όμως ατάλαντων. Όλα αυτά μπορούν να χωρέσουν μέσα στο «performance» και όλα διεκδικούν το μερίδιο τους στην πολύπαθη πρωτοπορία.
Και τότε, τι να κάνει ο φτωχός καλλιτέχνης που δεν επαναπαύεται στα τετριμμένα? Να παραμείνει προσκολλημένος στο «εν αρχή ειν΄ ο λόγος» και να αραδιάζει πάνω στο σανίδι τα κείμενα των κλασικών και καθιερωμένων το ένα μετά το άλλο, σε κλασικές η πρωτοποριακές («», τα εισαγωγικά εδώ τα έχω αν θέλετε βάλτε τα) παραστάσεις? Η να ριχτεί πάνω στο σανίδι και χύνοντας ποτάμια ιδρώτα να παρουσιάσει αυτοσχεδιασμούς, κίνηση, άναρθρες κραυγές, πάθος, πόνο σε μια μορφή «πρωτόγνωρη» (θα μου επιτρέψετε αυτή τη φορά να βάλω εγώ τα εισαγωγικά) χωρίς προηγούμενο (και άρα χωρίς μέτρο σύγκρισης) που θα την ονομάσει performance? Όχι τίποτα άλλο αλλά για να είναι (?) ειλικρινής και με τον εαυτό του και με τους θεατές του.

Η σκηνή είναι ένας άγιος τόπος που καθαγιάζει τα πάντα. Ότι τοποθετηθεί επάνω στη σκηνή εκπέμπει σημασίες. Στο Φεστιβάλ θεάτρου του Saint Polten (πανέμορφη Αυστριακή κωμόπολη κόντα στο Saltzburg) έγινε ένα πείραμα. Μια ηθοποιός έκοβε τα νύχια της με ένα νυχοκόπτη. Επί 15 λεπτά δεν γινόταν τίποτα άλλο στον περίβολο του θεάτρου της πόλης: Έκοβε τα νύχια της. Αργά και με μεγάλη προσοχή έκοβε τα νύχια της. Οι θεατές καμιά 150αρια άτομα ερωτηθήκαμε τι ήθελε να πει ο ποιητής. Ακούστηκαν απίστευτα πράγματα. (ότι η γυναίκα πέταγε την παλιά της ζωή και άρχιζε μια καινούργια, ότι πέταγε από πάνω της τις τοξικές σκέψεις και συναισθήματα κλπ κλπ) Τελικά όταν εκφράστηκε ο σκηνοθέτης είπε ότι αυτός ήθελε να δείξει πολύ απλά μια γυναίκα που έκοβε τα νύχια της και ότι αυτή η ασήμαντη καθημερινή κίνηση μπορεί να αποκτήσει θεατρικότητα και να γίνει ενδιαφέρουσα. Τόσο απλά.
Ο Θεατής όμως θέλει πάντα να ερμηνεύει αυτό που βλέπει και να του δίνει κι΄ άλλες επιπλέον σημασίες. Δεν κάνει τίποτα άλλο παρά ν’ αξιοποιεί όλα τα στοιχεία του θεάματος. Κάτι που φωτίζεται από ένα προβολέα, κάτι που φοράει ένα κοστούμι κάπως ιδιαίτερο, κάτι που είναι μέσα σε ένα χώρο σημασμένο, δεν μπορεί διάολε να είναι έτσι απλό και ασήμαντο όπως το πεζοδρόμιο που περπατάμε η η στάση του λεωφορείου που περιμένουμε. Κάτι παραπάνω θα έχει. Κάτι περισσότερο θέλει να πει.
Σε αντιπαράθεση λοιπόν με το θεατρικό κείμενο του συγγραφέα που εναγωνίως ζητάει τον ηθοποιό του για να υπάρξει, έχουμε πάνω στη σκηνή ένα άλλο κείμενο. Που γράφεται από σημεία. Σημεία που συμβαίνουν πάνω στη σκηνή και που εκπέμπουν νοήματα. Ένα σκηνικό κείμενο. Και μάλιστα πολύ δυνατό, ίσως πιο δυνατό από το γραμμένο μια που μπορεί κάλλιστα να το υποστηρίξει η να το υπονομεύσει. Ανεβάστε τον Ρωμαίο και την Ιουλιέττα του Σαίξπηρ και δείτε πως ο άδολος ρομαντισμός των δύο παιδιών πάει περίπατο αν παιχτεί από δύο πενηντάρηδες. (Έχει γίνει δεν το έβγαλα από το μυαλό μου)

Από τι γράφεται ένα σκηνικό κείμενο?

Εδώ θα μετατεθούμε στα χωράφια της σημειολογίας και θα απαντήσουμε: με σημεία.
Σημεία που εκπέμπονται από τη σκηνή με όποιο τρόπο και εισπράττονται από την πλατεία. Και πως εγγυάται κάνεις αυτή την είσπραξη, κατανόηση και απόλαυση? Από το γεγονός ότι τα σημεία αυτά συμπυκνώνουν την συλλογική εμπειρία της εποχής. Του χώρου και του χρόνου που συμβαίνουν. Αν αυτό δεν συμβαίνει τότε η σκηνής εκπέμπει ακατάληπτα και κανένας δεν καταλαβαίνει τίποτα η για να είμαι πιο επιεικής ο καθένας καταλαβαίνει ότι θέλει.
Το ερώτημα τώρα είναι τι περιλαμβάνει αυτή η συλλογική εμπειρία της εποχής? Από τι υλικά οικοδομείται, ποια είναι η χημική της σύνθεση?

Θα τολμήσω μια απάντηση χωρίς να επιδιώκω καμιά αυθεντία.

Το υπαρξιακό βίωμα: Ο τρόπος που βιώνουμε την καθημερινότητα μας και ο πως αυτός συνθέτει μια εν δυνάμει προσωπική κοσμοθεωρία η όποια προσθετικά και πολλαπλασιαστικά συνθέτει την συλλογική (εθνική, λαϊκή, ιδεολογική).
Η ποιητική ματιά (πολύ περισσότερο που μιλάμε για τέχνη) που ρίχνουμε στο σύμπαν γύρω μας συμπεριλαμβανομένου και του εαυτού μας.

Έτσι όλα αποκτάνε το ιδιαίτερο φως και την σημασία τους. Αισθητική, πολιτική τοποθέτηση, οικονομική κατάσταση, μορφωτικό επίπεδο, ψυχολογία και πολλά άλλα για να μην πω όλα.
Το θέατρο του κειμένου είχε ένα αδιάσειστο χαρακτηριστικό. Τον συγγραφέα/ποιητή.
Το ευαίσθητο και ιδιοφυές άτομο που αναλάμβανε αυθόρμητα και ενστικτωδώς να εκφράσει την συλλογική εμπειρία της εποχής του μέσα από τη γλώσσα, μέσα από τον λόγο προφορικό η γραπτό.
Το παν η γλώσσα. Άλλωστε η άποψη του Αντόνιο Ταμπούκι ότι πατρίδα μας είναι η γλώσσα και όχι η χώρα, αποκτάει όλο και περισσότερους υποστηρικτές.
Μέσα από μια βασανιστική όσο και λυτρωτική για τον ποιητή διαδικασία η γλώσσα είχε αυτή την συμπύκνωση. Και όσο περισσότερο το τελικό αποτέλεσμα εξέφραζε την εποχή του και τον άνθρωπο εκείνου του χωροχρόνου τόσο περισσότερο έβαζε παρακαταθήκη για το μέλλον, για τους επόμενους αιώνες και γενιές. Απόδειξη οι τραγικοί, οι κλασικοί ποιητές και συγγραφείς. Είτε παίζονται σήμερα είτε όχι. και είναι πολλοί εκείνοι (τουλάχιστον από το χώρο του θεάτρου) που τους μνημονεύουμε αλλά ουδέποτε τους παίζουμε. Πιέρ Κορνέυγ: Ένας από τους τρεις μεγάλους τραγικούς του Γαλλικού θεάτρου, ιδρυτής της Γαλλικής τραγωδία σπάνια παίζεται ακόμη και από του Γάλλους. Ο Ρακίνας κάτι περισσότερο καταφέρνει. . Δεν έχουν όμως την παγκοσμιότητα του Μολιέρου. Το ίδιο συμβαίνει με τον Σίλλερ για τον Γερμανικό ρομαντισμό σε σχέση με τον Γκαίτε, η με τον Κάρλο Γκότσι στην Ιταλία σε σχέση με τον Γκολντόνι.

Σε αντιπαράθεση με το γραμμένο κείμενο η σκηνική γραφή τι όπλα διαθέτει ώστε να εκπέμψει τις σημασίες της. Τα πάντα. Μα πως τα πάντα? Ναι, τα πάντα διότι δεν είναι παράσταση, είναι performance. Άρα μπορούν όλα να παρελάσουν από το θεατρικό σανίδι και άσε τους θεατές ν΄ αναρωτιούνται τι θέλει να πει ο ποιητής. Κάτι θα βρουν. Και αν δε βρουν θα πιουν το κώνειο της κατωτερότητας τους, της αβυσσαλέας απόστασης που τους χωρίζει από τον ποιητή (σκηνοθέτη, performer κλπ). Με το κόμπλεξ να φτάνει μέχρι ημικρανίας, να επιστρέφει στο σπίτι του για να γλύψει τις πληγές του.

Και φτάνουμε στα σημερινά φεστιβαλικά δρώμενα.

Στην παράσταση του Καστελούτσι ειπώθηκε ο λόγος στην αρχή αλλά δεν ακούστηκε. Η προβολή του λάρυγγα και των φωνητικών χορδών στο βάθος δεν άφησε κανένα αυτί να παίξει το ρόλο του. Στη συνέχεια οι μονόλογοι Μάρκου Αντωνίου και Ιουλίου Καίσαρα παίχτηκαν αγνώριστοι με κινήσεις και άναρθρες κραυγές. Έτσι αν ο Σαίξπηρ είναι μεγάλος η ατάλαντος πολύ μικρή σημασία έχει. Τότε γιατί επικαλούνται το όνομα του?

Το τρομερό παιδί του Αργεντίνικου θέατρο Ρόντριγκο Γκαρσία θέλησε να μας μυήσει στα άδυτα της σεξουαλικότητας. Έτσι με μαεστρία μπόρεσε και συνδύασε ένα αεικίνητο και απειλητικό, πάνω απ΄τα κεφάλια των θεατών drone, με ένα σαπούνι Μασσαλίας, ένα έγκαβλο (η έκφραση του Εμπειρικού) Σαμουράι με την εμβριθέστατη συζήτηση ανάμεσα σε δύο πέη και τέσσερις πετεινούς παπουτσωμένους να υποφέρουν έξω από το φυσικό τους χώρο, που αν είχαν φωνή θα πρότειναν σίγουρα να φιλοξε-νήσουν στο κοτέτσι τους τον ρηξικέλευθο σκηνοθέτη για το υπόλοιπο της ζωής του.
Είμαι σίγουρος ότι αν ρωτούσα τον Ροντρίγκο τι ήθελε να πει με όλες αυτές τις ανοησίες θα με έλουζε με την περιφρόνηση του και θα τέλειωνε μαζί μου με την απάντηση : Μα είναι performance ηλίθιε.
Δεν είμαι υπέρ της διατήρησης των αρχαίων η κλασικών κειμένων στα πλαίσια κάτω από τα οποία δημιουργήθηκαν και στη σκόνη που συσσωρεύτηκε στο διάβα των αιώνων. Ο κόσμος προχωράει και εμείς ζούμε στον 21αιώνα. Εάν όμως κάποιος άνεμος έφερε στην αγκαλιά του Ροντρίγκο και του Ρομέο τα κείμενα αυτά, αυτός ο άνεμος είναι η ποίηση τους. Και η ποίηση αυτή δεν οφείλεται στα μαύρα σημαδάκια πάνω στο λευκό χαρτί που γράφτηκε το κείμενο. Οφείλεται στη δράση, στη πλοκή και στη θεατρικότητα τους, στις ιδέες και στη σκέψη τους, στην ευαισθησία και στη φαντασία, όχι μόνο τη δικιά τους αλλά και στη συγκίνηση, στην ψυχική ανάταση και πνευματική ευεξία που προκαλούν στον θεατή. Αν ο δημιουργός μπορεί να φέρει μπροστά μας όλο αυτό το υλικό τότε η καινοτομία του και η πρωτοπορία του θα μας κάνει να του βγάλουμε το καπέλο. Αν δεν το κάνει τότε όπως και να ονομάσει το πόνημα, performance, devise η work in progress δεν θα είναι τίποτα άλλο από μια καραμπινάτη ανοησία.

Στο τέλος-τέλος κάτι ξέρει ο Καστοριάδης όταν λέει ότι “Κανείς δεν θα πάει ποτέ πιο μακριά από τον Αισχύλο».

Δημοσιεύτηκε στο http://www.onlytheater.gr/buzz/arthro/item/o-nikos-kamtsis-grafei-sto-onlytheater

Comments are closed.