“Nietzsche-Wagner, a play about Fasism” by Nicholas Kamtsis

  • 5
  • 6
  • 8
  • 9
  • 10
  • 11
  • lou-new

The two great "monsters" of European intellect, meet in the first months of 1900, just at the dawn of the 20th Century. The meeting takes place after Nietzsche's invitation. 17 years after Wagner's death and just a few months after his own death.
Naturally this meeting never happened. It is fictional.
Meeting place is the sanatorium were Nietzsche spent the last 11 years of his life.

Nietzsche and Wagner were very good friends and each other's admirers. Until the premiere of "Parsifal", the opening night of the Bayreuth Opera House. Nietzsche walked out before the end, condemning the play as unacceptable (upon all levels, music, libretto, form and content).
They were never to speak again.
Wagner would die soon after, in 1883 and for some time Nietzsche devoted himself to writing numerous books against Wagner and the Germans. Nietzsche died at the Sanatorium on August 1900 while having a paralyzing, delirious , illusionistic psychological disorder and a permanent "Dyonisiasm".
Their meeting explores many topics: Fascism, the Nazis, Racism, Hitler, Germans having expansion and invasion-of other European people- running in their blood, the Second Reich of Bismarck that Nietzsche and Wagner were alive and the Third Reich that is on its way with the Crematoriums and the Gas Chambers. Fascism and the Nazis' dehydrated and distorted both Nietzsche and Wagner. Nietzsche's philosophy of the "Superman" became the official ideology of Hitler and the Epical Romantic compositions of Wagner his official music. They unintentionally (or maybe intentionally) supported that morpheme that would shoulder the largest atrocity of Europe from the beginning of times. Fatefully, this shadow is cast upon Nietzsche and Wagner. This is the only object of the discussion.
Wagner comes and with him Nietzsche's mother, his younger sister Elisabeth (a stated Fascist, supporter of Hitler and Mussolini, that vulgarly distorted Nietzsche's writings and philosophy), and Lou Andreas Salome (Nietzsche's –not so dark- object of desire) the timeless, Fatal woman. Uninvited arrives also Sigmund Freud.

What is the necessity of such a meeting today?
Fascism is showing once more its abominable face. Throughout the entire Europe the rise of Fascism is impressive. But from where does it derive its power to rise? From the unemployment and indigence? Agree. But for a man to lose his job, someone to appear to give him a free sack of potatoes, is not enough to turn to an abominable morpheme loaded with crimes and atrocities. Behind any preference there is need for an ideology and a philosophy. So, Fascism found its Philosophy in Nietzsche's "Superman" and distorted it. Took Wagner's music and heroes and made them ideal examples for the Young people and the masses that followed him and corroborated his atrocities.
Upon the Topos Allou stage, Nietzsche and Wagner.wil confront each other to shed some light at the inexplicable question: "Fifty years after the German occupation, what exactly indulges the popular masses to turn towards Fascism, vote for Fascistic parties and to trust savage, illiterate and bold hooligans to rule them".

Research, text and direction: Nicholas Kamtsis
Stage-Costume designer: Mika Panagou
Music: Christos Xenakis
Video editing: George Alexiou

Cast
VICKY ATHANASIOU, NIKOS KARASTERGIOS, EMMY MAVRIKA, ELIAS MENAGIER, ANDREAS PAPAGIANNAKIS, MARKELLA STAMOU, ALEXANDRA CHARALAMPIDOU
Re-OPENING October 9th
Θέατρο και ιδεολογία
Με αφορμή την παράσταση «ΝΙΤΣΕ ΒΑΓΚΝΕΡ, ένα έργο για τον φασισμό»

Η σκηνή δεν είναι μόνο ένας χώρος απαντήσεων και ρηξικέλευθων προτάσεων.
Η σκηνή είναι ένας κατ΄ εξοχή χώρος ερωτήσεων και αποριών. Ένα βήμα για συζήτηση. Ένας χώρος που εγκαθίσταται το άγνωστο, το σκοτεινό, το ανεξιχνίαστο, το μυστήριο, το άφατο που φέρνει ο θεατής στις αποσκευές του ερχόμενος στο θέατρο και το άγνωστο που ομολογεί ο ηθοποιός με την παράσταση. Και αυτό το άγνωστο είναι εκείνο που αναζητά την απάντηση του, το  άπλετο φως πάνω του, να ανακαλυφθεί το άγνωστο και ν΄ αποκτήσει την έκφραση του μέσα από το διάλογο σκηνής-πλατείας. Θεατής και ηθοποιός έχουν μία αγωνία. Και την εκφράζουν με αποφασιστικές κινήσεις. Ο ένας με την παράσταση (και το άλγος της μέχρι να ολοκληρωθεί) και ο άλλος με την αποφασιστική κίνηση του ερχομού του στο θέατρο. Αυτή η αγωνία, εναγώνια ψάχνει να κατευνασθεί, και να επουλωθεί έστω και πρόσκαιρα., Μυστήρια ψάχνουν να εξιχνιασθούν, το άφατο να ειπωθεί, ερωτήσεις θέλουν να απαντηθούν.

Έτσι λοιπόν στο «ΝΙΤΣΕ-ΒΑΓΚΝΕΡ, ένα έργο για το φασισμό» πέρσι το χειμώνα, αναρωτηθήκαμε:
Μπορεί η ιδεολογία να γίνει θέατρο?
Μπορεί το θέατρο να εκφράσει τις ιδεολογικές κατευθύνσεις του κοινού.
Νομιμοποιείται  να τις ερμηνεύσει και να δώσει εξηγήσεις για τις ιδεολογικές και πολιτικές προτιμήσεις του?
Οργανώσαμε λοιπόν μια φανταστική συνάντηση πάνω στη σκηνή και μια θυελλώδη συζήτηση ανάμεσα στους δύο φίλους και μετέπειτα άσπονδους εχθρούς του 19ου αιώνα. Δεν βρεθήκαμε απλά στην εποχή τους-εποχή διαδοχικών επαναστάσεων σε όλα τα επίπεδα. Διακόψαμε την συζήτηση τους και την επιχειρηματολογία τους με σημερινά γεγονότα. Το υποκειμενικό των επιχειρημάτων τους το αντιπαραθέσαμε με το αναμφισβήτητο του σημερινού ιστορικού γεγονότος. Εκμεταλλευτήκαμε (ηθοποιοί και σκηνοθέτης) προς όφελός μας, το γεγονός του «εκ των προτέρων» της σκηνής και «εκ των υστέρων» της πλατείας. Θα σας πω τι εννοώ. Εννοώ ότι ο φιλόσοφος Νίτσε και ο μουσουργός Βάγκνερ είναι ντυμένοι με την αθωότητα της άγνοιας μια που ζήσανε σχεδόν ένα αιώνα πριν το ναζισμό. Ο θεατής πάλι καθόλου. Ειδικά ο σημερινός και ειδικά ο Έλληνας. Δεν μπορεί να επικαλεστεί το τεκμήριο της άγνοιας και αθωότητας μετά από δύο παγκόσμιους πολέμους, μία κατοχή, μια εθνική αντίσταση, έναν εμφύλιο, πέντε δέκα δικτατορίες και (φτάνω σ΄ αυτό που θέλω να πω) το μόρφωμα της Χρυσής Αυγής που εγκαθίδρυσε στα μίζερα κοινοβουλευτικά μας πράγματα.
Έτσι δεν είναι?
Ο φιλόσοφος ΝΙΤΣΕ άλλαξε τον κόσμο με την φιλοσοφία του. Αλλά ο υπεράνθρωπος του αποδείχθηκε ευάλωτος αφού τροφοδότησε όλο το Χιτλερικό όραμα περί Αρίας φυλής και φυλετικής διαφοράς από άλλες ράτσες.
Ο συνθέτης ΒΑΓΚΝΕΡ, αν και συναγελάστηκε τον Μπακούνιν, αν και επικαλείται την επανάσταση μέσα από τους Γερμανικούς μύθους που αναβίωσε, αν και ισχυρίζεται ότι ο Ζίγκφριντ του είναι ένας καθαρόαιμος επαναστάτης που πολεμάει ενάντια στις παλιές αξίες, στην παλιά ηθική, στους απαρχαιωμένους θεσμούς, αν και υπερασπίζεται την ελευθερία και του τελευταίου απόκληρου, δεν μπορεί να κρύψει το γεγονός ότι με τα ρομαντικά και πληθωρικά μουσικά έργα του συνόδευσε τις φιέστες και τους φασιστικούς θριάμβους της Χιτλερικής Γερμανίας.
Ο φασισμός εκμεταλλεύτηκε το έργο και τον δύο για να ντύσει με μια ιδεολογία τις κτηνωδίες του και να ανεβάσει το ηθικό των μαζών και να τον ακολουθήσουν τυφλά.
Το έργο τους φώτισε, ερήμην τους το παραδέχομαι, την τύφλωση των λαών ώστε να ακολουθήσουν τον φασισμό στις εγκληματικές κατά της ανθρωπότητας τακτικές του.
Και οι ερωτήσεις συνεχίζονται:
Ήταν μέσα στις προθέσεις των δυο δημιουργών αυτό?
Πράγματι παραχαράχθηκε το έργο τους από επιτήδειους ινστρούχτορες που διαστρέβλωσαν τις προθέσεις και το βαθύτερο νόημα τους?
η μήπως υπακούοντας σε ένα περίεργο γονίδιο της Γερμανικής φυλής λειτούργησαν, ερήμην τους επαναλαμβάνω, σαν προπάτορες του Ναζισμού?
Για να μην θεωρηθώ ότι σαν εγχώριος Πόντιος Πιλάτος «νίπτω τας χείρας μου» και κρύβομαι πίσω από ρητορικές και δικολαβίστικες ερωτήσεις, κάνω κατάχρηση μιας παραγράφου όλο και όλο για να πω αυτό που πιστεύω. Πως η διδασκαλία του Νίτσε για μια κοινωνία χωρίς αδύναμους αποκόπηκε από το σύνολο του έργου του και έγινε από τον φασισμό: «καταστρέψτε τους αδύναμους». Υπό τους ήχους της μουσικής του Βάγκνερ ο ναζισμός ανύψωσε σε ιδεολογική σημαία του την υπεροχή της άριας φυλής. Ο υπεράνθρωπος έγινε υπερεγώ, η υπερηφάνεια έγινε υπερτίμηση της δύναμης του, η υπέρβαση έγινε υπερεξουσία.
Πάνω στη σκηνή ο ημίτρελος Νίτσε σε ένα μόνιμο διονυσιασμό (όπως έλεγαν) στις τελευταίες μέρες της ζωής του, στο κατώφλι του 20ου αιώνα (πέθανε τον Αύγουστο του 1900), ζωντανεύει μέσα στο σούρουπο όλα τα φαντάσματα που τον στοιχειώνουν και που ζωντανεύουν μια εποχή. Ο Φρόυντ, η ποιήτρια Λου Αντρέα Σαλομέ, η μητέρα και η αδελφή του φέρνουν μαζί τους την αύρα μιας θυελλώδους εποχής που γέννησε επιστήμες, παγκόσμιους πόλεμους, επαναστάσεις σε όλα τα επίπεδα και κάθε είδους –ισμούς.
Βλέποντας την παράσταση από μια απόσταση οκτώ περίπου μηνών νομίζω πως όχι, δεν δώσαμε καμία απάντηση στα αρχικά ερωτήματα.
Και μάλλον σαν ο κύριος υπαίτιος, πρέπει να νιώθω καλά γι΄ αυτό.
Γιατί αν η σκηνή του ΤΟΠΟΣ ΑΛΛΟύ έδινε την απάντηση και έβαζε μια τελεία στο τέλος δεν νομίζω ότι θα πετύχαινε τίποτα περισσότερο από μία αηδιαστική συνθηματολογία, μια θρασύτατη αυτάρκεια και μια απωθητική αλαζονεία.
Ο σκοπός είναι ο θεατής να δώσει μια απάντηση με αφορμή τα ερωτήματα που θέτει η σκηνή. Μια απάντηση για τον εαυτό του και ας μην είναι οριστική. Μια απάντηση με την στάση, τα πιστεύω και τις πράξεις του. Συνειδητές και συνειδητοποιημένες, υπεύθυνες πράξεις. .Άλλωστε και ο Άμλετ αναρωτιέται "να ζει κανείς η να μην ζει" αλλά απάντηση δεν δίνει. Αφήνει τον θεατή να το αποφασίσει. Και από το 17ο αιώνα που "έζησε" ο φιλοσοφημένος πρίγκιπας της Δανιμαρκίας, μέχρι σήμερα δεν βλέπω να έχει δοθεί καμιά βαρυσήμαντη απάντηση στο ερώτημα. Ο άνθρωπος συνεχίζει να ζει (έτσι όπως ζει) και να αναρωτιέται.
Πολύ φοβάμαι ότι και στην περίπτωση του ΝΙΤΣΕ-ΒΑΓΚΝΕΡ ο θεατής δεν θα μας τιμήσει με την απάντηση του, όσες φορές και αν τον ρωτήσαμε πέρσι (με τις παραστάσεις) και όσες και αν τον ρωτήσουμε τον Οκτώβριο που μας έρχεται.

Comments are closed.