Η Βία σαν αισθητικό φαινόμενο
Η βία υπήρξε πάντοτε ένα από τα πιο επίμονα θέματα της τέχνης. Όχι μόνο επειδή συνοδεύει την ανθρώπινη ιστορία, αλλά επειδή αποκαλύπτει όσα μια κοινωνία προσπαθεί να κρύψει: τον φόβο, την εξουσία, την επιθυμία, την ταπείνωση, την επανάσταση και την ανάγκη του ανθρώπου να κυριαρχήσει πάνω στον άλλον. Όταν όμως η βία μεταφέρεται σε ένα έργο τέχνης, παύει να είναι μόνο ένα γεγονός. Αποκτά μορφή, ρυθμό, εικόνα και, αναπόφευκτα, αισθητική.
Στην αρχαία ελληνική τραγωδία, η βία βρίσκεται στον πυρήνα της δράσης, αλλά συνήθως δεν παρουσιάζεται μπροστά στα μάτια των θεατών. Οι φόνοι, οι αυτοκτονίες και οι ακρωτηριασμοί συμβαίνουν εκτός σκηνής και επιστρέφουν μέσα από τον λόγο του αγγελιοφόρου. Η απομάκρυνση αυτή δεν περιορίζει τη δύναμή τους. Αντίθετα, υποχρεώνει τον θεατή να δημιουργήσει ο ίδιος την εικόνα. Η βία γίνεται μνήμη, αφήγηση και συλλογικό τραύμα.
Στον Σαίξπηρ, η σκηνική βία γίνεται περισσότερο ορατή. Στον «Μάκβεθ», στον «Άμλετ» και στον «Τίτο Ανδρόνικο», η πολιτική εξουσία συνδέεται με τον φόνο και την εκδίκηση. Δεν πρόκειται όμως μόνο για εντυπωσιασμό. Η βία διαλύει σταδιακά εκείνον που την ασκεί. Ο θύτης δεν μένει έξω από το έγκλημά του· μετατρέπεται και ο ίδιος σε θύμα της πράξης του.
Στη ζωγραφική, ο Καραβάτζιο χρησιμοποίησε το σκοτάδι, το φως και τη θεατρική ακινησία για να μετατρέψει τη βίαιη στιγμή σε δραματικό γεγονός. Ο Γκόγια, ιδιαίτερα στις «Καταστροφές του Πολέμου» και στην «3η Μαΐου 1808», αφαίρεσε από τη βία κάθε ηρωισμό. Δεν ζωγράφισε τη δόξα της μάχης, αλλά τον τρόμο, την ανωνυμία και την εξόντωση του ανθρώπου από μια απρόσωπη εξουσία.
Αργότερα, η «Guernica » του Πάμπλο Πικάσο έγινε ένα παγκόσμιο σύμβολο της καταστροφής του πολέμου. Οι παραμορφωμένες μορφές και τα διαλυμένα σώματα δεν αναπαριστούν ρεαλιστικά ένα συγκεκριμένο γεγονός. Δημιουργούν μια οπτική κραυγή. Στο έργο του Φράνσις Μπέικον, η βία δεν προέρχεται μόνο από ένα εξωτερικό χτύπημα. Βρίσκεται μέσα στο ίδιο το σώμα, το οποίο παραμορφώνεται σαν να πιέζεται από μια αόρατη δύναμη.
Στο θέατρο του 20ού αιώνα, ο Αντονέν Αρτώ μίλησε για το «Θέατρο της Σκληρότητας». Δεν εννοούσε απλώς ένα θέατρο γεμάτο ωμές πράξεις. Εννοούσε ένα θέατρο που θα επιτίθεται στις βεβαιότητες του θεατή, θα διαλύει την ασφάλειά του και θα τον αναγκάζει να αντιμετωπίσει όσα αποφεύγει. Αργότερα, συγγραφείς όπως ο Ζαν Ζενέ, ο Πέτερ Βάις, ο Έντουαρντ Μποντ και η Σάρα Κέιν χρησιμοποίησαν τη βία για να μιλήσουν για την πολιτική καταπίεση, τον πόλεμο, την κοινωνική εγκατάλειψη και τη διάλυση των ανθρώπινων σχέσεων.
Το κρίσιμο ερώτημα παραμένει: όταν η τέχνη αναπαριστά τη βία, την καταγγέλλει ή την κάνει ελκυστική; Δεν υπάρχει εύκολη απάντηση. Η αισθητικοποίηση μπορεί να μετατρέψει τον πόνο σε θέαμα και τον θεατή σε καταναλωτή εικόνων. Μπορεί όμως και να αποκαλύψει τους μηχανισμούς που γεννούν τη βία.
Οκτώ Μορφές που ενσάρκωσαν
το Ανθρώπευτο Πάθος
Στον μαγικό και επικίνδυνο καθρέφτη της σκηνής, η βία υπήρξε πάντα η κραυγή της ψυχής, το έσχατο όριο της ανθρώπινης τραγωδίας και ο καταλύτης που φωτίζει τα πιο βαθιά υπόγεια της Ιστορίας. Η παράσταση “Το τελευταίο debate η Το Menu της επανάστασης” μας δίνει την ευκαιρία να θυμηθούμε τις επτά πιο εμβληματικές θεατρικές φιγούρες που σφράγισαν την ιστορία της δραματουργίας, φέροντας πάνω τους το βάρος, την αμαρτία και την ποίηση της βίας.
Μήδεια (Ευριπίδης): Η απόλυτη τομή ανάμεσα στη μητρική αγάπη και την εκδίκηση. Η ηρωίδα δεν σκοτώνει απλώς· διαλύει τον ίδιο της τον κόσμο για να τιμωρήσει την προδοσία, μετατρέποντας το σώμα των παιδιών της σε βωμό μιας ανελέητης κάθαρσης.
Ριχάρδος Γ΄ (Ουίλλιαμ Σαίξπηρ): Η ενσάρκωση του καθαρού, ψυχρού πολιτικού κυνισμού. Ο Ριχάρδος δεν σκοτώνει από ενστικτώδη οργή, αλλά με την ακρίβεια αρχιτέκτονα, αποδεικνύοντας πώς η δίψα για εξουσία καταπίνει κάθε ηθικό φραγμό.
Μάκβεθ (Ουίλλιαμ Σαίξπηρ): Ο τραγικός δρόμος μιας συνείδησης που διαβρώνεται από τη φιλοδοξία. Η βία εδώ γεννάει τη βία σε έναν αέναο φαύλο κύκλο, όπου το αίμα φέρνει περισσότερο αίμα, μέχρις ότου η ίδια η ύπαρξη να καταντήσει «μια ιστορία ειπωμένη από έναν ηλίθιο».
Άμλετ (Ουίλλιαμ Σαίξπηρ): Ο πρίγκιπας της Δανίας που παλεύει με το χρέος της εκδίκησης. Η βία στον Άμλετ δεν είναι απλώς πράξη, αλλά εσωτερικό ναρκοπέδιο· είναι ηθική παράλυση, υπαρξιακή αμφιβολία και ο θurtος δισταγμός πριν από το μοιραίο χτύπημα.
- Ο Βόυτσεκ του Γκέοργκ Μπύχνερ φέρνει στο θέατρο τη βία που ασκεί η κοινωνία πάνω στον αδύναμο άνθρωπο. Φτωχός, ταπεινωμένος και αντικείμενο πειραματισμού, συνθλίβεται από τους ανωτέρους του και από τις συνθήκες της ζωής του. Το έγκλημά του δεν δικαιολογείται, αλλά παρουσιάζεται ως το τελικό ξέσπασμα μιας μακράς κοινωνικής κακοποίησης.
Ζαν-Πολ Μαρά (Μαρά/Σαντ του Πέτερ Βάις): Η φωνή της συλλογικής οργής και της επαναστατικής αναγκαιότητας. Ο Μαρά ενσαρκώνει τη βία που γεννιέται από την κοινωνική αδικία, υποστηρίζοντας πως όταν οι θεσμοί καταπνίγουν τον λαό, η ρήξη είναι μονόδρομος.
Μαρκήσιος ντε Σαντ (Μαρά/Σαντ του Πέτερ Βάις): Ο αντίποδας και ο αμείλικτος κριτής κάθε εξουσίας. Ο Σαντ υπερασπίζεται την απόλυτη ατομική ελευθερία και προκαλεί τους επαναστάτες με το πιο δηλητηριώδες ερώτημα: ποιος δίνει στον επαναστάτη το δικαίωμα να γίνει δήμιος;
Σαρλότ Κορντέ (Μαρά/Σαντ / Ιστορική μορφή-σύμβολο): Το πρόσωπο-όριο ανάμεσα στην πολιτική πράên και το έγκλημα. Η Κορντέ κρατάει το μαχαίρι πιστεύοντας πως με έναν θάνατο θα σώσει χιλιάδες, θέτοντας το αμείλικτο ερώτημα της ηθικής νομιμοποίησης του φόνου.
Αυτοί οι επτά ήρωες δεν είναι απλώς εγκληματίες ή θύματα. Είναι ποιητικά σύμβολα μιας ανθρωπότητας που σκοντάφτει διαρκώς πάνω στα ίδια της τα πάθη. Στη σκηνή, η βία τους γίνεται καθρέφτης μας· μια προειδοποίηση και ταυτόχρονα μια βαθιά, καλλιτεχνική αναζήτηση της αλήθειας μας.