Ερευνα-σύνθεση κειμένου-σκηνοθεσία
ΝΙΚΟΣ ΚΑΜΤΣΗΣ
Το τελευταίο debate
η
το Menu της επανάστασης
Μια γυναίκα, ένας άνδρας, ένα κορίτσι και ένας τραυματισμένος νέος εισβάλλουν στον χώρο κυνηγημένοι από τα γεγονότα. Δεν είναι ήρωες, ιδεολόγοι ή εκπρόσωποι κάποιας πολιτικής θεωρίας. Είναι καθημερινοί άνθρωποι που προσπαθούν να καταλάβουν τι συμβαίνει γύρω τους και, κυρίως, τι συμβαίνει μέσα τους όταν ο φόβος αρχίζει να αντικαθιστά τη σκέψη. Ο καθένας κουβαλά μια διαφορετική εκδοχή των γεγονότων, μια προσωπική προκατάληψη, μια ανάγκη να δικαιώσει τη δική του στάση. Μέσα στο εγκαταλειμμένο ξενοδοχείο, η δημόσια σύγκρουση εισβάλλει στον ιδιωτικό τους χώρο. Αυτό που συμβαίνει έξω δεν είναι πλέον μια είδηση. Είναι μια πέτρα στο κεφάλι, ένα τραύμα, μια κραυγή, μια πόρτα που πρέπει να κλείσει γρήγορα.
Το ξενοδοχείο, όμως, δεν είναι άδειο. Ένας παράξενος άνθρωπος εξακολουθεί να ζει εκεί. Φύλακας, υπάλληλος, διαχειριστής ή επιζών μιας παλιάς καταστροφής?,. Στην αρχή φαίνεται φοβισμένος και σχεδόν ακίνδυνος. Σταδιακά, όμως, αποκαλύπτεται ότι δεν είναι απλώς ο άνθρωπος που φυλά το ξενοδοχείο. Είναι ο άνθρωπος που μπορεί να το ενεργοποιήσει.
Με ένα τηλεχειριστήριο, ένα παλιό αρχείο και την επιγραφή «Debate Room – 1793», μετατρέπει τον εγκαταλειμμένο χώρο σε ένα ιδιότυπο εργαστήριο. Οι οθόνες ανάβουν. Τα ξεχασμένα πρόσωπα επιστρέφουν. Η μνήμη αποκτά φωνή, κίνηση και βλέμμα. Ο Ζαν-Πολ Μαρά και ο Μαρκήσιος ντε Σαντ, δύο μορφές που θεωρητικά έχουν πεθάνει εδώ και αιώνες, επανέρχονται για να συνεχίσουν μια σύγκρουση που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ.
Ο Μαρά, μέσα στην μπανιέρα του, άρρωστος, πληγωμένος, σχεδόν αιχμάλωτος του ίδιου του σώματός του, υπερασπίζεται τη συλλογική εξέγερση, το δικαίωμα των καταπιεσμένων να αντισταθούν και την ανάγκη ενός λαού να ανατρέψει εκείνους που τον καταδικάζουν στην πείνα, στην ανισότητα και στην ταπείνωση, ενώ η σκέψη του εξακολουθεί να απαιτεί δράση.
Απέναντί του, ο Μαρκήσιος ντε Σαντ αποδομεί κάθε υψηλό ιδανικό. Πίσω από τις λέξεις «λαός», «δικαιοσύνη», «επανάσταση» και «ελευθερία» αναζητά την επιθυμία για εξουσία, την προσωπική φιλοδοξία και την κρυφή ευχαρίστηση της κυριαρχίας. Δεν αρνείται τη βία. Αρνείται την υποκρισία με την οποία οι κοινωνίες τη βαφτίζουν αναγκαία, δίκαιη ή σωτήρια.
Η αντιπαράθεσή τους δεν είναι μια ιστορική αναπαράσταση της Γαλλικής Επανάστασης. Είναι μια ζωντανή αναμέτρηση με τον κόσμο στον οποίο ζούμε. Πότε η αντίσταση μετατρέπεται σε εκδίκηση; Πότε ο επαναστάτης γίνεται εξουσία και η εξουσία καταστολή;
Στο κέντρο της σκηνής βρίσκεται ένα τραπέζι φορτωμένο με αποφάγια, άδεια ποτήρια, σπασμένα σερβίτσια και πατημένες φράουλες. Μοιάζει με το απομεινάρι ενός συμποσίου, μιας γιορτής που εκφυλίστηκε ή ενός εγκλήματος που διακόπηκε απότομα.
Ανάμεσα στον Μαρά και στον Σαντ βρίσκεται η Σαρλότ Κορντέ, μια νέα γυναίκα που αποφασίζει να σκοτώσει έναν άνθρωπο πιστεύοντας ότι με αυτόν τον τρόπο θα σώσει χιλιάδες άλλους. Είναι δολοφόνος, πολιτική αγωνίστρια, μάρτυρας ή ένα τραγικό εργαλείο μιας εποχής που έχασε τη δυνατότητα να μιλά χωρίς να σκοτώνει;
Απέναντί της στέκεται η Σιμόν Εβράρ, η σύντροφος του Μαρά, η γυναίκα που μοιράστηκε μαζί του την αρρώστια, την καθημερινότητα, την πολιτική αγωνία και τον φόβο.
Η Εβράρ επαναφέρει την Ιστορία στη διάσταση του ανθρώπινου σώματος. Πίσω από τον επαναστάτη υπάρχει ένας άρρωστος άνθρωπος που χρειάζεται νερό, φάρμακα και φροντίδα.
Γύρω από τα βασικά πρόσωπα εμφανίζονται, μέσα από τις οθόνες, πολίτες της Γαλλικής Επανάστασης, άνδρες και γυναίκες του λαού, πρόσωπα σκληρά, πεινασμένα και απαιτητικά. Δεν είναι ένα ανώνυμο πλήθος που χειροκροτεί τους ηγέτες του. Επιστρέφουν για να ζητήσουν λογαριασμό από τον Μαρά, να τον κατηγορήσουν, να τον υποστηρίξουν ή να του θυμίσουν ότι οι άνθρωποι στο όνομα των οποίων μιλούν οι επαναστάτες συχνά παραμένουν οι τελευταίοι που ερωτώνται.
Παράλληλα, ιστορικές μορφές από διαφορετικές εποχές παρεμβαίνουν ζωντανά στο debate.. Ο Δαντών Ο Ροβεσπιέρος Ο Μέτερνιχ. Φρίντριχ Νίτσε ο Μαχάτμα Γκάντι. Άνθρωποι που συνδέθηκαν με διαφορετικές μορφές αγώνα, εξέγερσης, αντίστασης και κοινωνικής αλλαγής.
Τα πρόσωπα αυτά δεν εμφανίζονται ως πορτρέτα σε ένα ψηφιακό μουσείο. Κινούνται, μιλούν, κοιτούν τους ηθοποιούς και απαντούν στα ερωτήματά τους. Η ΤΝ (Τεχνητή Νοημοσύνη), η ψηφιακή επεξεργασία εικόνας και οι σύγχρονες τεχνικές προβολής χρησιμοποιούνται για να δημιουργηθεί η αίσθηση ότι το ιστορικό αρχείο έχει ανοίξει και ότι οι νεκροί αποκτούν προσωρινά το δικαίωμα λόγου.
Η τεχνολογία δεν λειτουργεί ως διακοσμητικό εύρημα ούτε ως επίδειξη εντυπωσιασμού. Ενσωματώνεται στη δραματουργία της παράστασης,
Το «Τελευταίο Debate» κινείται ανάμεσα στο πολιτικό θέατρο, τη μαύρη ειρωνεία, την ποίηση της σκηνικής εικόνας και τη σκληρότητα μιας δημόσιας αντιπαράθεσης χωρίς ασφαλή νικητή. Δεν ζητά από τον θεατή να επιλέξει απλώς ανάμεσα στον Μαρά και στον Σαντ, ανάμεσα στην Επανάσταση και στον κυνισμό, ανάμεσα στη συλλογική ελπίδα και στην ατομική επιθυμία. Τον καλεί να εξετάσει πότε η οργή μετατρέπεται σε θέαμα, πότε η πληροφορία γίνεται όπλο, πότε η ουδετερότητα γίνεται συνενοχή και πότε ένας άνθρωπος αρχίζει να αποδέχεται τη βία επειδή ασκείται στο όνομα μιας ιδέας που θεωρεί δική του.
Ερευνα-Σύνθεση κειμενου-Σκηνοθεσία
Νίκος Καμτσής
Σκηνικό
Νίκος Καμτσής-Μίκα Πανάγου
Κοστούμια
Μίκα Πανάγου
Video και ΑΙ editing-Mapping :
Ανδρέας Τυρανόπουλος.
Μουσική -Sound editing:
Κώστας Χαριτάτος
Βοηθός σκηνογραφου-Σκηνικές κατασκευές: Ιωάννα Καραγιώργου
Φωτογραφίες-promo video:
Γιώργος Κρίκος
Προβολή & Επικοινωνία:
We Will – Βάσω Σωτηρίου
Cast
Δημήτρης Φραγκιόγλου
Μιχαήλ Ανθης
Νίκος Καμτσής
Λαμπρινή Θάνου
Νίνα Φραντζεσκάκη
Μανώλης Γλαντζίνας
Νίνα Φραντζεσκάκη
Social media
TOPOS ARTE
Πρεμιέρα 13 Νοεμβρίου στην κεντρική σκηνή του ΤΟΠΟΣ ΑΛΛΟύ, κάθε ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, ΣΑΒΒΑΤΟ, ΚΥΡΙΑΚΗ στις 8.30