Πότε η βία γίνεται έγκλημα και πότε εμφανίζεται ως Ιστορική αναγκαιότητα;
Μπορεί ποτέ να νομιμοποιηθεί στο όνομα της δικαιοσύνης;
Και ποιος αποφασίζει πού τελειώνει η εξέγερση και πού αρχίζει η σφαγή;
Με τίτλο «Το Τελευταίο Debate ή Το Μενού της Επανάστασης», η παρασταση φέρνει επί σκηνής δύο εμβληματικές και ακραία συγκρουσιακές μορφές: τον Ζαν-Πολ Μαρά, τη φλογισμένη φωνή της Γαλλικής Επανάστασης, και τον Μαρκήσιο ντε Σαντ, τον σκοτεινό υπερασπιστή της απόλυτης ατομικής επιθυμίας. Ανάμεσά τους δεν στήνεται απλώς μια ιδεολογική αντιπαράθεση. Στήνεται μια δίκη της βίας. Της επαναστατικής βίας, της κρατικής βίας, της προσωπικής βίας, της βίας που γίνεται στο όνομα του λαού, της ελευθερίας, της ηδονής, της τιμωρίας ή της σωτηρίας.
Η παράσταση δεν αντιμετωπίζει τη Γαλλική Επανάσταση ως ιστορικό σκηνικό. Τη χρησιμοποιεί ως εκρηκτικό εργαστήριο για το σήμερα. Σε μια εποχή όπου η βία προβάλλεται καθημερινά στις οθόνες, όπου η πολιτική σύγκρουση γίνεται συχνά θέαμα, όπου οι κοινωνίες διχάζονται ανάμεσα στην ανάγκη αντίστασης και στον φόβο της εκτροπής, το έργο θέτει το ερώτημα χωρίς ασφάλεια και χωρίς εύκολη απάντηση: υπάρχει δίκαιη βία ή κάθε βία, ακόμη και όταν ξεκινά ως άμυνα, κουβαλά μέσα της τον σπόρο της τυραννίας;
Ο Μαρά υπερασπίζεται την Ιστορία ως καθήκον. Για εκείνον η κοινωνική αδικία δεν ανατρέπεται με καλές προθέσεις ούτε με ευγενικές εκκλήσεις. Όταν ο λαός πεινά, όταν η εξουσία προστατεύει τα προνόμια, όταν οι θεσμοί λειτουργούν ως μηχανισμοί καταπίεσης, τότε η ρήξη εμφανίζεται όχι ως επιλογή, αλλά ως αναγκαιότητα. Ο Μαρά θέτει το παλιό και πάντα αμείλικτο ερώτημα: τι αξίζει περισσότερο, η ασφάλεια του ενός ή η απελευθέρωση των πολλών;
Απέναντί του, ο Σαντ αποκαλύπτει το σκοτεινό κενό κάθε μεγάλης ιδέας που ζητά ανθρώπινες θυσίες. Αμφισβητεί τη νομιμοποίηση της βίας όταν αυτή κρύβεται πίσω από λέξεις όπως «λαός», «Ιστορία», «δικαιοσύνη», «μέλλον». Για εκείνον, κάθε εξουσία που αποφασίζει ότι μπορεί να χρησιμοποιήσει έναν άνθρωπο ως μέσο, ακόμη κι αν επικαλείται έναν ευγενή σκοπό, έχει ήδη περάσει το όριο. Ο Σαντ δεν είναι αθώος. Αλλά ακριβώς γι’ αυτό η ερώτησή του είναι δηλητηριώδης: ποιος δίνει στον επαναστάτη το δικαίωμα να γίνει δήμιος;
Στο κέντρο του έργου βρίσκεται ένα τραπέζι. Όχι ένα απλό τραπέζι, αλλά ένα τραπέζι μετά τη γιορτή και πριν από τη σφαγή. Πιατέλες με αποφάγια, κρέατα, γλυκά, φρούτα, κρασί, πατημένες φράουλες, σημάδια από συμπόσιο και από έγκλημα. Εκεί η Επανάσταση δεν συζητιέται αφηρημένα. Σερβίρεται. Τεμαχίζεται. Καταναλώνεται. Το «Μενού της Επανάστασης» δεν είναι διακοσμητικός υπότιτλος. Είναι η σκληρή μεταφορά ενός κόσμου όπου κάθε ιδέα ζητά τροφή και κάθε πολιτικό πάθος μπορεί να καταλήξει ανθρωποφαγία.
Η Σαρλότ Κορντέ εμφανίζεται σαν πρόσωπο-σύνορο ανάμεσα στην πολιτική πράξη και το έγκλημα. Το σώμα της, το φόρεμά της, η απόφασή της, η πορεία της προς τον Μαρά ανοίγουν το πιο άβολο ερώτημα της παράστασης: όταν κάποιος σκοτώνει έναν άνθρωπο πιστεύοντας ότι έτσι σώζει χιλιάδες, είναι δολοφόνος, μάρτυρας, εκτελεστής ή απλώς το πιο τραγικό εργαλείο μιας εποχής που έχασε τη γλώσσα της;
Η παράσταση επιχειρεί να φωτίσει τη βία σε όλες τις μεταμορφώσεις της. Τη βία του εξεγερμένου που δεν αντέχει άλλο την αδικία. Τη βία της εξουσίας που βαφτίζεται τάξη. Τη βία της ιδεολογίας που ζητά καθαρότητα. Τη βία της επιθυμίας που αρνείται κάθε όριο. Τη βία των μέσων ενημέρωσης και των οθονών που μετατρέπουν τον πόνο σε εικόνα, την εξέγερση σε θέαμα και τον θάνατο σε υλικό κατανάλωσης.
«Το Τελευταίο Debate ή Το Μενού της Επανάστασης» κινείται ανάμεσα στο πολιτικό θέατρο, τη μαύρη ειρωνεία, το ιστορικό δράμα, την εικαστική εγκατάσταση και το σύγχρονο δημόσιο debate. Οι οθόνες, οι προβολές, τα ιστορικά πρόσωπα που έχουν σχέση με την βία, την επανάσταση (Λένιν, Τσε, Μαχατμα Γκαντι κ.α) και θα παρουσιαστούν στις οθόνες, οι φωνές οι εικόνες δεν λειτουργούν ως τεχνολογικό εντυπωσιακό εύρημα, αλλά ως σχόλιο πάνω στη σημερινή συνθήκη: ζούμε σε έναν κόσμο όπου η βία δεν κρύβεται πια. Αντίθετα, προβάλλεται, αναπαράγεται, καταναλώνεται, δικαιολογείται ή καταδικάζεται ανάλογα με το ποιος την ασκεί και ποιος την αφηγείται.
Το έργο δεν δίνει απαντήσεις. Και καλά κάνει. Το θέατρο δεν είναι δικαστήριο με έτοιμη ετυμηγορία. Είναι ο χώρος όπου οι ερωτήσεις γίνονται επικίνδυνες. Μπορεί μια κοινωνία να αλλάξει χωρίς σύγκρουση; Μπορεί η αντίσταση να μείνει καθαρή όταν περάσει στην πράξη; Υπάρχει όριο ανάμεσα στη δικαιοσύνη και την εκδίκηση; Πότε η ανάγκη των πολλών γίνεται άλλοθι για την εξόντωση του ενός; Και πότε η επίκληση της ατομικής ελευθερίας γίνεται απλώς η μάσκα της βαρβαρότητας;