Η βία στην τέχνη δεν είναι πάντα θέμα αίματος. Συχνά είναι
ένας τρόπος να οργανωθεί η όραση του θεατή, να πιεστεί το σώμα του, να διαλυθεί
η άνεσή του. Στους πίνακες του Francis Bacon, για παράδειγμα, η ανθρώπινη μορφή
δεν τραυματίζεται απλώς· παραμορφώνεται σαν να έχει ήδη περάσει μέσα από
κραυγή, φόβο, σφαγείο, σεξουαλικότητα και μοναξιά. Η Tate τον περιγράφει ως
καλλιτέχνη που απέρριψε την αφαίρεση υπέρ ενός «disturbing realism», ενός
ανήσυχου ρεαλισμού που κάνει το σώμα πεδίο υπαρξιακής σύγκρουσης.
Κάτι ανάλογο, αλλά στο θέατρο, επιχείρησε ο Antonin Artaud
με το Θέατρο της Σκληρότητας. Η σκληρότητα του Artaud δεν είναι απλώς σαδισμός.
Είναι επίθεση στις αισθήσεις, προσπάθεια να σπάσει η ψεύτικη ασφάλεια του
πολιτισμένου θεατή. Ήχος, φως, χειρονομία, κραυγή, σώμα, όλα γίνονται όπλα
εναντίον της αδρανούς σκέψης. Το θέατρο δεν εξηγεί τη βία· την κάνει εμπειρία.
Από τον Goya και τις εικόνες του πολέμου, μέχρι τον Picasso
της Guernica, τον Hermann Nitsch με τις τελετουργικές δράσεις αίματος και τον
Marina Abramović, που στο Rhythm 0 άφησε το κοινό να χρησιμοποιήσει πάνω της
αντικείμενα «ηδονής και πόνου», η τέχνη δοκίμασε πολλές φορές το όριο ανάμεσα
στην αναπαράσταση και στην πράξη.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν η βία μπορεί να γίνει τέχνη. Μπορεί. Το
επικίνδυνο ερώτημα είναι ποιος ωφελείται από αυτή τη μεταμόρφωση. Αν η τέχνη
αποκαλύπτει τη βία της εξουσίας, λειτουργεί απελευθερωτικά. Αν όμως απλώς
αισθητικοποιεί την ταπείνωση του αδύναμου, τότε γίνεται συνένοχη. Εκεί
βρίσκεται το πραγματικό ηθικό και αισθητικό σύνορο.